ἀνασκαφή
ἀνασκαφή, digging up
ἀνα-σκᾰφή, ἡ,
- digging up, Str. 9.3.8.
excavación
παύσασθαι τῆς ἀνασκαφῆς
ἀνασκαφή, ῆς (ἡ) [κᾰ] excavation, Str. 421.
Étym. ἀνασκάπτω.
ἀνασκαφή, digging up
excavación
παύσασθαι τῆς ἀνασκαφῆς