ἀνασκέπτομαι
ἀνα-σκέπτομαι,
- = ἀνασκοπέω, Plu. Def.orac. 2.438d, Gal. 8.352.
examinar, considerar
πάντα
ταῦτα
τὴν δόξαν
ἀνασκέψαι πῶς ... οἱ ... βασιλῆς αὑτοὺς ... διέφθειραν
ἵνα κἀγὼ ἐμαυτὸν ἀνασκέψωμαι ποῖόν τι ἔχω τὸ πρόσωπον
• examinar, inspeccionar en v. pas.
γῆς ἀνασκεμ[μένης
ἀνα·σκέπτομαι, examiner, Plut. M. 438d.
Étym. cf. ἀνασκοπέω.
ἀνασκέπτομαι, besehen, betrachten, wohl nur fut. u. aor., als Ergänzung zu praes. ἀνασκοπέω, Plat. Theaet. 144d u. öfter.