About Report a problem

Menu

ἀναστρόφισμα

ἀναστρόφισμα, hinge

ἀνα-στρόφισμα, ατος, τό,
  • hinge, καλυπτῆρας ἐξ ἀ. hinged lids IG 7.3498 (Oropus).

Saved

Recent