ἀναστοναχίζω
lamentarse
παννυχίη δ' ἀλεγεινὸν ἀναστονάχιζε γοῶσα Ἠώς
ἀνα·στοναχίζω [ᾰχ] (seul. prés.) c. le préc. Q. Sm. 2, 634.
ἀναστοναχίζω, aufseufzen, wie ἀναστένω, praes., Qu.Sm. 2.634.
ἀναστοναχίζω : v. l. for ἀναστεναχίζω.