ἀναστρωπή
ἀναστρωπή, Platonic coinage for ἀστραπή
ἀναστρωπή, ἡ, word coined by Pl. Cra. 409c, to explain ἀστραπή (ὅτι τὰ ὦπα ἀναστρέφει).
acuñación platónica como
etim. de ἀστραπή (ὅτι τὰ ὦπα ἀναστρέφει)
ἀναστρωπή, ῆς (ἡ) mot créé par Plat. Crat. 409c, pour expliquer le mot ἀστραπή, « ὅτι τὰ ὦπα ἀναστρέφει ».
ἀναστρωπή, Plat. Crat. 409c zur Erkl. von ἀστραπή gebildetes Wort, ὅτι τὰ ὦπα ἀναστρέφει.