About Report a problem

Menu

ἀνδίκα

ἀνδίκα· ὁ βόλος (ἀνδικλόβολος cod.), δίκη ἡ ἐξ ὑπαρχῆς δικαζομένη παρὰ Ταραντίνοις (i.e. ἀνδίκα
  • = ἀναδίκη), Hsch.

Saved

Recent