ἄνδεμα Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape ἄνδεμα, ἀνδεσμός, ἀνδέχομαι, ἀνδέω, ἄνδημα, poet. for ἀναδ-. ἄνδεμα v. ἀνάδεμα. ἄνδεμα, ἀνδέροισιν, ἀνδεσμός, v. ἀνάδεμα, ἀναδέρω, ἀνάδεσμος. ἄνδεμα, p. = ἀνάδεμα.