ἄνδημα
ἄνδημα, head band
ἄνδημα, v. ἀνάδημα.
ἄνδημα, = ἀνάδημα, Pind. frg. 170.
ἄνδημα
- 1head band met. ὑφαίνω δʼ Ἀμυθαονίδαισιν ποικίλον ἄνδημα (i. e. ὕμνον.) fr. 179.