ἀνδροκάπραινα Save ἀνδροκάπραινα, lewd woman, wanton LSJ DGE ἀνδρο-κάπραινα, ἡ, lewd woman, wanton, Pherecr. 17D. ἀνδροκάπραινα -ας, ἡ prostituta Pherecr.172B.