About Report a problem

Menu

ἀνορθοπεριπατητικός

ἀνορθοπεριπατητικός -ή, -όν

que anda erguido fig. τὸ ἐντελὲς ὄνομα τοῦ ἀνθρώπου Ath.Al.M.28.533C.

Saved

Recent