ἀνόργητος
ἀνόργητος, ον, Hellenistic for ἄνοργος, Moer. 12, cf. Sch. Pi. P. 10.33.
que no se enfurece Moer.12,
ἀνόργητος ἐπὶ τοῖς αὐτῶν κατορθώμασιν εἴη ὁ θεός
ἀνόργητος, nach Möris schlechtere Form für ἄνοργος, s. B.A. 3.