About Report a problem

Menu

ἀνουσίαστος

ἀνουσίαστος, ἀνούσιος; without the use of an οὐσία

ἀνουσίαστος, ον,
  • = ἀνούσιος, opp οὐσιώδης, Corp.Herm. 2.5.
    • II without the use of an οὐσία (q.v.), PMag.Par. 1.2441.

Saved

Recent