ἀνούτητος
ἀνούτητος, invulnerable
ἀνούτ-ητος, ον,
- = ἀνούτατος, Nic. Th. 719.
- II invulnerable, Nonn. D. 16.382, etc.
1 no herido
ἀνουτήτῳ ἴκελος χρὼς μίμνει ὅμως
2 invulnerable
ἀνουτήτου Διονύσου
ἀν·ούτητος, ος, ον, c. ἀνούτατος, Nic. Th. 719.
ἀνούτητος, = ἀνούτατος, Nic. Th. 719 ; Nonn. D. 27.27.