ἀνστρέψειαν Save Bailly 2024 Cunliffe Homer Autenrieth Homer ἀνστρέψειαν, v. ἀναστρέφω. ἀνστρέψειαν contr. 3 pl. aor. opt. ἀναστρέφω. ἀνστρέψειαν : see ἀναστρέφω.