ἀνταγώνισμα
ἀντᾰγών-ισμα, ατος, τό,
- competition Hld. 7.6.4. [lemma added in Supp.]
conflicto Clem.Al.Strom.7.3.20, Phot.p.92R.
ἀνταγώνισμα, ατος (τὸ) [ᾰγ] émulation, Hld. 7, 7.
Étym. ἀνταγωνίζομαι.
ἀνταγώνισμα, τό, Widerstand, Streit, Clem.Al.