ἀντίσηκος
ἀντίσηκος, compensating, equivalent
ἀντίσηκ-ος, ον,
- compensating, equivalent, χάρις Eust. 1075.8.
que compensa, equivalente
καὶ ἀναπληροῦσιν αὐτοῖς τὸν ἀντίσικον κόπον
χάρις