ἀντισκοτέω
ἀντισκοτέω, obstruct
ἀντισκοτ-έω,
- obstruct, τῷ δικαίῳ S.E. M. 2.78.
fig. obstruir
τῷ δικαίῳ
ἀντι·σκοτέω-ῶ, faire ombre à, obscurcir, dat. Sext. 690, 27 Bkk.
ἀντισκοτέω, verdunkeln, τινί Sext.Emp.