ἀντευεργέτημα
ἀντευεργέτημα, kindness returned
ἀντευ-εργέτημα, ατος, τό,
- kindness returned, Hsch. s.v. ἀνθυπούργησον.
favor devuelto
τοσοῦτον ἀπέσχηκας τοῦ πρότερον ὑποθεῖναι τὸ ἀντευεργέτημα
ἀντευεργέτημα, τό, erwiderte Wohltat, VLL.