ἀντέρομαι
ἀντέρομαι, to ask in turn (see ἀντείρομαι)
preguntar a su vez
ἄλλος δ' ἀντήρετο τοῦτον τίνα λέγοι
ὁ δέ μιν ἀντείρετο εἰ ...
ἀντειρομένων δὲ τὸν βασιλέα τῶν Ἰχθυφάγων τῆς ζόης ... πέρι
ἀν[τε]ρ[ο]ῦ
ἀντ·έρομαι (ao. 2 ἀντηρόμην, Xén. Cyr. 2, 2, 22 ; ion. ἀντειρόμην, Hdt. 1, 129 ; 3, 23) interroger à son tour.
ἀντέρομαι, s. ἀντείρω.