ἀντεφοράω
ἀντεφοράω, check, verify
ἀντεφ-οράω,
- check, verify, SIG 1023.89 (Cos).
comprobar, verificar
διδόντω τὰς μερίδας ἀντεφορῶντες ἐκ τοῦ λευκώματος
ἀντεφοράω, check, verify
comprobar, verificar
διδόντω τὰς μερίδας ἀντεφορῶντες ἐκ τοῦ λευκώματος