ἀντέχω
ἀντέχω, to hold out against, withstand
- hold against, c. acc. et gen., χεῖρʼ ἀ. κρατός hold oneʼs hand against oneʼs head so as to shade the eyes, S. OC 1651: c. dat., ὄμμασι δʼ ἀντίσχοις (-έχοις codd.) τάνδʼ αἴγλαν mayʼst thou keep this sunlight upon his eyes, Id. Ph. 830 (lyr.); τοὺς χαλινοὺς τῶν ἵππων Hdn. 5.6.7.
- II c. dat., hold out against, withstand, Ἀρπάγῳ Hdt. 1.175, cf. 8.68.βʹ; τοῖς δικαίοις S. Fr. 78; τῇ ταλαιπωρίᾳ Th. 2.49; πρός τινα Id. 6.22; πρὸς τοὺς καμάτους Hdn. 3.6.10, etc.: c. acc., endure, ἀντέχομεν καμάτους AP 9.299 (Phil.); but in Th. 8.63 ἀ. τὰ τοῦ πολέμου rather belongs to the next signf., hold out as regards the war; so πολλὰ ἀ. ib. 86.
- 2 hold out, endure, c. part., ἡ Ἄζωτος . . ἐπὶ πλεῖστον χρόνον πολιορκουμένη ἀντέσχε Hdt. 2.157, cf. 5.115, Th. 2.70; μηκέτι ἀντέχωσι τῷ πόνῳ διϊστάμενοι Pl. Ti. 81d; πολλάκις γιγνομένην ψυχὴν ἀντέχειν last through several states of existence, Id. Phd. 88a.
- 3 abs., hold out, stand oneʼs ground, Hdt. 8.16, A. Pers. 413, etc.; πῶς δύσμορος ἀντέχει; S. Ph. 176 (lyr.); νόσημα ἀντίσχει τὸν αἰῶνα πάντα Hp. Fract. 11; ἔστʼ ἂν αἰὼν ἀντέχῃ E. Alc. 337; βραχὺν χρόνον D. 2.10; ἀ. ἐπὶ πολύ, ἐπὶ πλέον, Th. 1.7, 65; ἀ. ἐλπίσιν in hope, D.S. 2.26; ἀ. περί τινος X. HG 2.2.16: peculiarly, ἀ. μὴ ὑπακοῦσαι I hold out against . ., refuse . ., Plu. QConv. 2.708a.
- b of the rivers drunk by the Persian army, hold out, suffice, Hdt. 7.196, cf. A. Pers. 413 (in full ἀ. ῥέεθρον Hdt. 7.58; ἀ. ὕδωρ παρέχων ib. 108); so ἀντέχει ὁ σῖτος Th. 1.65.
- 4 extend, reach, ἐς ὅσον ἡ ἐπιστήμη ἀ. Id. 6.69; prevail, διὰ τὴν λῃστείαν ἐπὶ πολὺ ἀντίσχουσαν I.7.
- III Med., hold before one against something, c. acc. et gen., ἀντίσχεσθε τραπέζας ἰῶν hold out the tables against the arrows, Od. 22.74.
- 2 c. gen. only, hold on by, cling to, ἐκείνου τῆς χειρός Hdt. 2.121.εʹ; πέπλων E. Tr. 750, cf. Ion 1404; τῶν θυρῶν Ar. Lys. 161: metaph., ἀ. τῶν ὄχθων cling to the banks, keep close to them, Hdt. 9.56; ἀ. Ἡρακλέος cleave to Hercules, i.e. worship him above all, Pi. N. 1.33; ἀ. τῆς ἀρετῆς, Lat. adhaerere virtuti, Hdt. 1.134; ἀ. τοῦ πολέμου Id. 7.53; τοῦ κέρδους S. Fr. 354; τῆς θαλάσσης Th. 1.13; σωτηρίας Lys. 33.6; τῆς ἀληθείας Pl. Phlb. 58e, cf. R. 600d, al.; τῶν παραδεδομένων μύθων Arist. Po. 1451b24; τῆς ἐλευθερίας Decr. ap. D. 18.185; τῶν δικαίων POxy. 1203.30 (i A. D.).
- b c. gen. pers., care for, support, 1 Ep.Thess. 5.14.
- 3 abs., αὐτὸς ἀντέχου S. Ph. 893, cf. Ar. Ach. 1121.
- 4 c. dupl. gen. pers. et rei, ἀνθέξεταί σου τῶν πατρῴων χρημάτων will lay claim to the property from you, dispute it with you, Ar. Av. 1658.
- 5 resist, Pl. R. 574b; φονεῦσαι τοὺς ἀντεχομένους D.S. 4.49.
- 6 adhere, Arist. HA 583a18: Medic., of constipation, γαστὴρ ἀντίσχετο Hp. Epid. 4.20; γαστρὸς ἀντεχομένης ib. 17.
I poner algo delante de algo, c. ac. y gen. o dat.
χεῖρ' ἀντέχοντα κρατός
poniéndose la mano ante la frenteτοὺς χαλινοὺς ... τῶν ἵππων
II
1 resistir c. dat.
Ἁρπάγῳ
τοι
τοῖς ... δικαίοις
πόνοις
σοι
τῷ πόνῳ
τῇ ταλαιπωρίᾳ
τοῖς ὑπεναντίοις
• c. ac.
τὰ τοῦ πολέμου
τἆλλα
καμάτους
• c. giro preposicional
πρὸς τὸ ἐκείνων ἱππικόν
ἐπὶ ταῖς παρ' ὑμῶν ἐλπίσιν
πρὸς τοὺς καμάτους
πρὸς τὰς ἐπικει[μένας
• abs. aguantar, mantenerse firme
ῥεῦμα Περσικοῦ στρατοῦ ἀντεῖχεν
el río de la flota persa hacía frenteπῶς δύσμορος ἀντέχει;
ἐν πυρὶ ὢν ... οὔτε πολὺν χρόνον ἀντέχει
ὥστε πολλάκις γιγνομένην ψυχὴν ἀντέχειν
de modo que resista el alma muchos nacimientos
• c. part. pred., de ciu. sitiadas
ἡ Ἄζωτος ... ἐπὶ πλεῖστον χρόνον πολιορκεομένη ἀντέσχε
ἀντέσχε ... πολιορκευμένη Σόλοι
οὐκέτι ἐδύναντο πολιορκούμενοι ἀντέχειν
• en v. med. resistir
ἀντεχομένων δὴ καὶ μαχομένων
• ofrecer resistencia c. dat.
τὰ χείλη ... ἂν ἁπτομένῳ τῷ δακτύλῳ ... ἀντέχηται
los labios ... si ofrecen resistencia a la presión del dedoφονεῦσαι ... τοὺς ἀντεχομένους
• fig. en v. act. insistir, hacerse firme
περὶ τῶν τειχῶν
en la cuestión de los muros
2 c. inf. neg. rehusar
ἀντέχω μὴ ὑπακοῦσαι
rehúso obedecerἀντέσχομεν μὴ λαβεῖν
3 medic. en v. med. sufrir una retención
χολῆς ἀντεχομένης
γαστὴρ ἀντεχομένη
4 en cont. de tiempo durar
ἔστ' ἂν αἰὼν οὑμὸς ἀντέχῃ
mientras dure mi vidaβραχὺν χρόνον ἀντέχει
• persistir
ταῖς ἐλπίσιν
5 ser suficiente
οὐδὲ οὗτος ἀντέσχε
(ποταμός) τότε οὐκ ἀντέσχε τὸ ὕδωρ παρέχων τῷ Ξέρξεω στρατῷ
(el río) no suministró en aquella ocasión agua suficiente para el ejército de Jerjes
6 extenderse
ἐς ὅσον ἡ ἐπιστήμη ἀντέχοι
hasta donde su conocimiento (militar) alcanzaba
III gener. en v. med. coger, agarrarse a c. gen.
τῆς χειρὸς ἀντέχεσθαι
πέπλων
τῶν θυρῶν
ἔχ', ἀντέχου (τοῦ δόρατος), παῖ καὶ σύ, παῖ, τοῦδ' (ὀβελίσκου) ἀντεχοῦ
ὡς ἀνθέξομαι καὶ τῆσδε καὶ σοῦ τῶν τε σῶν κεκρυμμένων
• abs.
ἴστω τε καὐτὸς ἀντέχου
levántate y cógeme
• fig. acogerse, acercarse a
τῶν τε ὄχθων ... καὶ τῆς ὑπωρέης τοῦ Κιθαιρῶνος
• rendir culto a
Ἡρακλέος
• cultivar, practicar
τῆς ἀρετῆς
τοῦ πολέμου
• seguir
τῆς ... φύσεως
τῶν παραδεδομένων μύθων
τοῦ ... πιστοῦ λόγου
• buscar
σωτηρίας
τῆς ἀληθείας
τῆς σκέπης
• ser afecto a
οὐχὶ μᾶλλον ἂν αὐτῶν ἀντείχοντο ἢ τοῦ χρυσοῦ
ἑνός (κυρίου)
• ser aficionado a
τοῦ κέρδους
• afanarse por
τούτων (χρημάτων)
τῆς εἰσαγωγῆς
• entregarse a
οἴκτων
• defender
τῶν δικαίων
• reclamar
τῆς μισθώσεως
ἀνθέξεται σοῦ τῶν πατρῴων χρημάτων
reclamará tu herencia
• dedicarse a
τῆς θαλάσσης
• velar por
τῆς ἐαυτῶν καὶ τῆς τῶν ἄλλων Ἑλλήνων ἐλευθερίας
πολλὰ καὶ καλὰ καὶ δίκαια ..., ὧν ... ἀντέχεσθαι δεῖ
• cuidar, velar
τῶν ἀσθενῶν
• aferrarse a
ἐλπίδος
ταύτης (ἀπιστίας)
• ser fiel a
τῆς τῶν Αἰτωλῶν συμμαχίας
οὐθενὸς δικαίου
• alcanzar, tomar parte en
τῶν ἀγαθῶν τῶν μελλόντων
1. act.
a. houden voor
b. weerstaan, standhouden tegen,
2. med.
a. zich vasthouden aan, iets (stevig) vasthouden, met gen.:
b. abs. zich verzetten:
c. de aandacht houden bij, zich concentreren op,
Med., vor sich als Schutzmittel (dem Feinde entgegen) halten, ἀντίσχεσθε τραπέζας ἰῶν, haltet euch die Tische vor zum Schutze gegen die Pfeile, Od. 22.74. – Gew. τινός, sich an etwas halten, θυγατρός Eur. I.A. 1367 ; θυρῶν Ar. Lys. 161 ; vgl. Ach. 1086 ; übertr., Ἡρακλέος, dem Herakles anhangen, ihn verehren, Pind. N. 1.33 ; τῆς ἀρετῆς, der Tugend anhangen, Her. 1.134 ; Xen. Cyr. 3.2.27 ; τῆς ἀληθείας Plat. Phil. 58e ; χρημάτων Xen. Mem. 3.5.8 ; τοῦ πολέμου Her. 7.53 ; τῆς φύσεως, der Natur folgen, Plat. Legg. VI.773e ; τῆς θαλάττης, sich auf das Seewesen legen, Thuc. 1.13 ; τῆς θαλάσσης ἀνθεκτέα 1.93 ; Pol. 3.96 u. öfter ; Gegensatz καταφρονεῖν Matth. 6.24.
- 1cling to (the theme of) c. gen. ἐγὼ δʼ Ἡρακλέος ἀντέχομαι προφρόνως N. 1.33
Strong 472
1. trans., to hold against.
2. Intrans., to withstand. Mid. 1. in cl., to hold out against.
3. (cf. MM, VGT, s.v.), to hold firmly to, cleave to: c. gen. (v. Bl., § 36, 2), Mt 6:24, Lk 16:13, I Th 5:14 (v. M, Th., in l.), Tit 1:9.†
- Ito hold against, c. acc. et gen., χεῖρα ἀντ. κρατός to hold oneʼs hand against oneʼs head, so as to shade the eyes, Soph.; c. dat., ὄμμασι δʼ ἀντίσχοις τάνδʼ αἴγλαν mayʼst thou keep this sunlight upon his eyes (al. off his eyes), Soph.
- IIto hold out against, withstand, c. dat., Hdt., Thuc.; πρός τινα Thuc.; c. acc. to endure, Anth.
- 2absol. to hold out, stand oneʼs ground, Hdt., Attic: to hold out, endure, last, Hdt., etc.; of the rivers drunk by the Persian army, to hold out, suffice, Hdt.
- IIIMid. to hold before one against something, c. acc. et gen., Od.
- 2c. gen. to hold on by, cling to, Hdt., Attic:—metaph., ἀντ. τῶν ὄχθων to cling to the banks, keep close to them, Hdt.; ἀντ. ἀρετῆς, τοῦ πολέμου Hdt.; τῆς θαλάσσης Thuc.
- 3absol. to hold out, Soph.
- 4c. dupl. gen. pers. et rei, ἀνθέξεταί σου τῶν χρημάτων will lay claim to the property from you, dispute it with you, Ar.
-
…γεωργίαν τῆς Χερσονήσου τραπόμενοι καὶ λῃστείαν τῆς τροφῆς ἀπορίᾳ. ᾗ καὶ μᾶλλον οἱ Τρῶες αὐτῶν διεσπαρμένων τὰ δέκα ἔτη ἀντεῖχον βίᾳ, τοῖς αἰεὶ ὑπολειπομένοις ἀντίπαλοι ὄντες. περιουσίαν δὲ εἰ ἦλθον ἔχοντες τροφῆς καὶ ὄντες ἁθρόοι ἄνευ λῃστείας καὶ…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…θεοῖς γενέσθαι · σοῦ γὰρ οὐκ ὠνήμεθα. οἴσω δὲ πένθος οὐκ ἐτήσιον τὸ σὸν ἀλλʼ ἔστʼ ἂν αἰὼν οὑμὸς ἀντέχῃ, γύναι, στυγῶν μὲν ἥ μʼ ἔτικτεν, ἐχθαίρων δʼ ἐμὸν πατέρα · λόγῳ γὰρ ἦσαν οὐκ ἔργῳ φίλοι…
Euripides, Alcestis
-
…ἐν τιμῇ ἄγονται, νομίζοντες ἑωυτοὺς εἶναι ἀνθρώπων μακρῷ τὰ πάντα ἀρίστους, τοὺς δὲ ἄλλους κατὰ λόγον τῆς ἀρετῆς ἀντέχεσθαι, τοὺς δὲ ἑκαστάτω οἰκέοντας ἀπὸ ἑωυτῶν κακίστους εἶναι. ἐπὶ δὲ Μήδων ἀρχόντων καὶ ἦρχε τὰ ἔθνεα ἀλλήλων ,…
Herodotus, The Histories
-
…γιγνομένων πρότερον δὲ ἦσαν ἐπὶ ῥητοῖς γέρασι πατρικαὶ βασιλεῖαι, ναυτικά τε ἐξηρτύετο ἡ Ἑλλάς, καὶ τῆς θαλάσσης μᾶλλον ἀντείχοντο. πρῶτοι δὲ Κορίνθιοι λέγονται ἐγγύτατα τοῦ νῦν τρόπου μεταχειρίσαι τὰ περὶ τὰς ναῦς, καὶ τριήρεις ἐν Κορίνθῳ πρῶτον…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…ἀγρυπνία ἐπέκειτο διὰ παντός. καὶ τὸ σῶμα, ὅσονπερ χρόνον καὶ ἡ νόσος ἀκμάζοι, οὐκ ἐμαραίνετο, ἀλλʼ ἀντεῖχε παρὰ δόξαν τῇ ταλαιπωρίᾳ, ὥστε ἢ διεφθείροντο οἱ πλεῖστοι ἐναταῖοι καὶ ἑβδομαῖοι ὑπὸ τοῦ ἐντὸς καύματος, ἔτι ἔχοντές…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…κἀποθραύει πάντα Φοινίσσης νεὼς κόρυμβʼ, ἐπʼ ἄλλην δʼ ἄλλος ηὔθυνεν δόρυ. τὰ πρῶτα μέν νυν ῥεῦμα Περσικοῦ στρατοῦ ἀντεῖχεν · ὡς δὲ πλῆθος ἐν στενῷ νεῶν ἤθροιστʼ ἀρωγὴ δʼ οὔτις ἀλλήλοις παρῆν, αὐτοὶ δʼ ὑφʼ αὑτῶν ἐμβόλοις χαλκοστόμοις…
Aeschylus, Persians
-
…οὐδοῦ ἄπο ξεστοῦ τοξάσσεται, εἰς ὅ κε πάντας ἄμμε κατακτείνῃ · ἀλλὰ μνησώμεθα χάρμης. φάσγανά τε σπάσσασθε καὶ ἀντίσχεσθε τραπέζας ἰῶν ὠκυμόρων · ἐπὶ δʼ αὐτῷ πάντες ἔχωμεν ἀθρόοι, εἴ κέ μιν οὐδοῦ ἀπώσομεν ἠδὲ θυράων, ἔλθωμεν…
Homer, Odyssey
-
…πόλεμον διέφερον, ῥᾳδίως ἂν μάχῃ κρατοῦντες εἷλον, οἵ γε καὶ οὐχ ἁθρόοι, ἀλλὰ μέρει τῷ αἰεὶ παρόντι ἀντεῖχον, πολιορκίᾳ δʼ ἂν προσκαθεζόμενοι ἐν ἐλάσσονί τε χρόνῳ καὶ ἀπονώτερον τὴν Τροίαν εἷλον. ἀλλὰ διʼ ἀχρηματίαν τά τε…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…βραχέος τείχους ἐκ τοῦ ἐντὸς μηνοειδὲς ἐς τὴν πόλιν ἐσῳκοδόμουν, ὅπως, εἰ τὸ μέγα τεῖχος ἁλίσκοιτο, τοῦτʼ ἀντέχοι, καὶ δέοι τοὺς ἐναντίους αὖθις πρὸς αὐτὸ χοῦν καὶ προχωροῦντας ἔσω διπλάσιόν τε πόνον ἔχειν καὶ ἐν ἀμφιβόλῳ μᾶλλον…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…ἀπελάμβανον ἐμπορίας τε ἕνεκα καὶ τῆς πρὸς τοὺς προσοίκους ἕκαστοι ἰσχύος · αἱ δὲ παλαιαὶ διὰ τὴν λῃστείαν ἐπὶ πολὺ ἀντίσχουσαν ἀπὸ θαλάσσης μᾶλλον ᾠκίσθησαν, αἵ τε ἐν ταῖς νήσοις καὶ ἐν ταῖς ἠπείροις ἔφερον γὰρ ἀλλήλους τε καὶ τῶν…
Thucydides, The Peloponnesian War