ἀντήεις
ἀντήεις, hostile
ἀντήεις, Dor. ἀντ-άεις, εσσα, εν, (ἄντα)
- hostile, Pi. P. 9.93.
*ἀντήεις, seul. dor. ἀντάεις, άεσσα, ᾶεν [τᾱ] hostile, ennemi, Pd. P. 9, 96.
Étym. ἄντα.
ἀντήεις
ἄντα
- hostile, Pind.