ἀντιστρατήγημα Save Bailly 2024 Pape ἀντιστρατήγημα, ατος (τὸ) [ᾰτ] manœuvre ou stratagème de l’ennemi, Héron Aut. 326. Étym. ἀντιστρατηγέω. ἀντιστρατήγημα, τό, Gegenlist im Kriege, Sp.