ἀντιστοιχείωσις
ἀντιστοιχείωσις, change of a letter
ἀντιστοιχ-είωσις, εως, ἡ,
- change of a letter, e.g. φιτπῶν for φυτρῶν, Sch. Il. 12.29.
ἀντιστοιχείωσις, ἡ, = ἀντιστοιχία 1), Schol. Il. 12.29.