ἀνωμολόγητος Save ἀνωμολόγητος, inconsistent LSJ DGE Bailly 2024 ἀνωμολόγ-ητος, ον, inconsistent, Ptol. Tetr. 47. ἀνωμολόγητος -ον v. ἀνομολόγητος. ἀν·ωμολόγητος, ος, ον, non avoué, Ptol. Tetr. 47. Étym. ἀν-, ὁμολογέω.