ἀξιοκαταφρόνητος
ἀξιοκαταφρόνητος, deserving contempt
ἀξιο-καταφρόνητος, ον,
- deserving contempt, Iamb. VP 31.206.
que merece desprecio subst.
καταφρονοῦντες ... τῶν ἀ.
ἀξιο·καταφρόνητος, ος, ον, digne de mépris, Jambl. V. Pyth. p. 206.
Étym. ἄ. καταφρονέω.
ἀξιοκαταφρόνητος, verachtenswert, Iambl.