ἀξιομισής
ἀξιομισής, worthy of hate, hateful
ἀξιο-μῑσής, ές,
- worthy of hate, hateful, D.C. 78.21.
digno de odio A.Fr.472.5,
οὓς μάλιστα ... ἀξιομισεῖς ἐνόμιζεν εἶναι
ἀξιο·μισής, ής, ές [μῑ] digne de haine, haïssable, DC. 78, 21.
Étym. ἄ. μῖσος.
ἀξιομισής, [μῑ], ές (μῖσος), hassenswürdig, DC. 75.21.