Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀξιομάχως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀξιοδότης
ἀξιόδοτος
ἀξιοεπίτευκτος
ἀξιοεργός
ἀξιόζηλος
ἀξιοζήλωτος
ἀξιοζήτητος
ἀξιοθάνατος
ἀξιοθαύμαστος
Ἀξιοθέα
ἀξιοθέατος
ἀξιοθέητος
ἀξιόθεος
ἀξιόθρηνος
ἀξιοθριάμβευτος
ἀξιοκαταφρόνητος
Ἀξιόκερσα
Ἀξιόκερσος
ἀξιοκοινώνητος
ἀξιόκτητος
ἀξιόληπτος
ἀξιόλογος
ἀξιολογούμενα
ἀξιολόγως
ἀξιομαθής
ἀξιομάθητος
ἀξιομακάριστος
ἀξιομανεῖς
ἀξιομάχητος
ἀξιόμαχος
ἀξιομάχως
ἀξιομίματος
ἀξιομίμητος
ἀξιομισής
ἀξιομίσητος
ἀξιόμισος
ἀξιομνημόνευτος
ἀξιόμνηστος
ἀξιόμορφος
ἀξιόνικος
Ἀξιόνικος
ἀξιονόμαστος
ἀξιοπαθέω
ἀξιοπαθής
ἀξιοπάμων
ἀξιοπενθής
ἀξιοπένθητος
ἀξιοπιστεύομαι
ἀξιοπιστία
ἀξιόπιστος
Ἀξιόπιστος
ἀξιοπιστοσύνη
ἀξιοπίστως
ἀξιόπλοκος
ἀξιοπόθητος
ἀξιόποινος
Ἀξιόποινος
ἀξιοπραγία
ἀξιοπρέπεια
ἀξιοπρεπής
ἀξιοπρεπῶς
…
ἀξιομάχως
Save
Bailly 2024
ἀξιομάχως
[
μᾰ
]
adv.
de manière à lutter, à forces égales,
Plut.
Thes.
4
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}