ἀπαιδοιόομαι
descubrir el glande Poll.2.176
•
ἀπαιδοίωται· ἀπηναισχύντηκε, <ἐκ>τέτμηται
ἀπαιδοιόομαι, (αἰδώς), Hesych. = ἀπαισχυντέω, unverschämt handeln ; aber Poll. 2.176 wird ἀπαιδοιῶσθαι durch ἀπεσκολύφθαι erkl.
descubrir el glande Poll.2.176
•
ἀπαιδοίωται· ἀπηναισχύντηκε, <ἐκ>τέτμηται