ἀπειρολεχής
ἀπειρολεχής, unwedded
ἀπειρο-λεχής, ές, (λέχος)
- = ἀπειρόγαμος, Ar. Th. 119; Φοίβη Orac. ap. Eus. PE 4.23.
virgen
Ἄρτεμις
Φοίβη
ἀπειρο·λεχής, ής, ές, c. ἀπειρόγαμος, Ar. Th. 119.
Étym. ἄ. λέχος.
ἀπειρολεχής, ές (λέχος), des Ehebetts unkundig, Artemis, Ar. Th. 119.