ἀπειρόγραφος
ἀπειρό-γρᾰφος, ον,
- f. l. for ἀπερίγραφος, Dam. Pr. 272.
infinito de describir, infinito
κατὰ τὴν ἀπειρόγραφον ἑαυτοῦ ὑπόστασιν
infinito de describir, infinito
κατὰ τὴν ἀπειρόγραφον ἑαυτοῦ ὑπόστασιν