ἀπευδοκίμησις Save DGE Bailly 2024 ἀπευδοκίμησις -εως, ἡ exclusión, desprecio ζωῆς καὶ μετανοίας Origenes M.12.101D. ἀπ·ευδοκίμησις, εως (ἡ) désapprobation, Orig. 2, 30. Étym. ἀπό, εὐδόκιμέω.