ἀπευκταῖος
ἀπευκταῖος, to the loss of our hopes
ἀπευκτ-αῖος, α, ον,
- = ἀπευκτός, Pl. Ax. 369b (Sup.), Plu. Aet.Gr. 2.289b; τάραχοι CPHerm. 119riv 16 (iii A.D.), cf. A.D. Synt. 252.10. Adv. -αίως to the loss of our hopes, [τελευτῆσαι] POxy. 1114.24 (iii A.D.).
1 execrable
ἐπιστήμη
γάμος
τάραχοι
παράτασις
2 adv. -ως contra toda esperanza
τελευτῆσαι
ἀπευκταῖος, α, ον, c. ἀπευκτός, Plut. M. 289b ||
Sup. -ότατος, Plat. Ax. 369b.
ἀπευκταῖος, = ἄπευκτος, ἐπιστήμη ἀπευκταιοτάτη Plat. Ax. 369b.