ἀπεψία
ἀπεψία, indigestion
- indigestion, etc.; διʼ ἀπεψίαν Arist. PA 668b8: in pl., Id. Mete. 381b9, Plu. Sanit. 2.127d, Gal. 8.34, S.E. P. 1.131.
medic. falta de cocción, crudeza, indigestión
ἐκ περιόδου καὶ πότου ἀπεψίη
χωρὶς ἀπεψίης
ἡ μαλακία ... ἐστι ἐξ ἀπεψίας
διὰ τὴν ἀπεψίαν γίνεται διάρροια
ἀπεψίαι ἔνιαι ὅμοιαι τῇ μολύνσει
ἀπεψίαν ἔχοντες
ἀπεψίαις χρώμενος
ἐν ταῖς τοιαύταις ἀπεψίαις
διά ... τε ἀπεψιῶν καὶ χολερικῶν παθῶν
διαλέγεσθαι περὶ ἀπεψίας
• c. gen.
ἀ. τῆς ἐν τῷ περικαρπίῳ τροφῆς
ἀ. τῶν εἰσφερομένων