ἀπιδιάζω Save DGE Bailly 2024 ἀπιδιάζω permanecer apartado τοῦ πατρὸς ἐν τῷ καιρῷ τῆς οἰκονομίας ἀπιδιάσαντος Gr.Nyss.Eun.3.10.36. ἀπ·ιδιάζω, être isolé, être seul. Nyss. 2, 718.