About Report a problem

Menu

Ἀπιακός

Ἀπιακός, of Apis

Ἀπιακός, ή, όν,
  • of Apis, ἄρτοι PSI 4.425.40 (iii B. C.); cf. Ἀ. ἄρτος· Μεμφιτικός, Hsch.

Saved

Recent