ἀπίαστος Save ἀπίαστος, not to be caught LSJ DGE ἀπίαστος, ον, not to be caught, Hsch. s.v. ἄναπτος. ἀπίαστος -ον que no puede ser cogido Hsch.s.u. ἄναπτος, v. ἀπίεστος.