ἀπλαγιάστως
ἀπλαγιάστως, not obliquely
ἀπλᾰγιάστως, Adv., (πλαγιάζω)
- not obliquely, Eust. 1229.41.
ἀπλαγιάστως, ohne Umschweif, gerade heraus, Eust. zu Il. 21.170.
ἀπλαγιάστως, not obliquely