ἀπλαστία
ἀπλαστία, sincerity
ἀπλαστία, ἡ,
- sincerity, Pl. Def. 412e.
sinceridad
χρηστότης ἤθους ἀπλαστία μετ' εὐλογιστίας
ἀπλαστία, ας (ἡ) sincérité, Plat. Def. 412e.
Étym. ἄπλαστος.
ἀπλαστία, ἡ, Aufrichtigkeit, Plat. Def. 412e.