ἀποδοκιμαστέος
ἀποδοκιμαστέος, one must reject
1 que debe ser rechazado de pers., Luc.Herm.18,
οὐδὲ κίνησις ἅπασα ἀ.
2 neutr. impers. -τέον hay que rechazar
τὸν μὴ καλῶς πάνυ ταῦτα ποιοῦντα ἀ.
τὴν αἴσθησιν
τὴν λεχθησομένην (αἰτίαν)
ἀποδοκιμαστέος, α, ον [ῐ] vb. du préc. Xén. Eq. 3, 8 ; Arstt. Poet. 26 ; Luc. Herm. 18, etc.
ἀποδοκιμαστέος
verb. adj. of ἀποδοκιμάζω
- Ione must reject, Xen.
- II-έος, έα, έον, to be rejected, Arist., Luc.