ἀποδοκιμαστής Save ἀποδοκιμαστής, one who rejects LSJ DGE ἀποδοκῐμ-αστής, οῦ, ὁ, one who rejects, Gloss. ἀποδοκιμαστής -οῦ, ὁ que rechaza, Gloss.3.127.