ἀποξυστρόομαι Save ἀποξυστρόομαι, become bent LSJ DGE ἀποξυστρόομαι, Pass., become bent or blunted, Plb. 2.33.3. ἀποξυστρόομαι embotarse αἱ μάχαιραι Plb.2.33.3.