ἀποξενωτέος
ἀποξενωτέος, to be rejected
ἀπο-ξενωτέος, α, ον,
- to be rejected, Aret. CD 1.2.
que ha de ser rechazado
(φακοί) ἀποξενωτέοι
ἀποξενωτέος, α, ον, qu’il faut bannir ou rejeter, Arét. p. 117, 30.
Étym. ἀποξενόω.