ἀποπαιδαριόω
ἀποπαιδαριόω, dub. sens. in PSI 4.418.17 (iii B.C.).
prob. mofarse, hacer objeto de burla
ἀποσύνταξον μὴ ... ἐπιτηροῦντας ... ἀποπαιδαριοῦν γυμνοὺς ἱστάντας ἡμᾶς
prob. mofarse, hacer objeto de burla
ἀποσύνταξον μὴ ... ἐπιτηροῦντας ... ἀποπαιδαριοῦν γυμνοὺς ἱστάντας ἡμᾶς