ἀποξέω
ἀποξέω, to shave off, to cut off
- cut off, ἀπὸ δʼ ἔξεσε χεῖρα Il. 5.81.
- II wipe, scrape, τινὰ σπόγγοις Herod.Med. l.c.
- 2 scrape off, ἀποξέων τὸν κηρόν Luc. Somn. 2; scrape, τὸ ὀστοῦν Aët. 15.11.
- 3 metaph., ἀπέξεσας τὴν αἰδῶ τοῦ προσώπου strip it off like a mask, Alciphr. 3.2, cf. Luc. Vit.Auct. 10 (v.l. -ξυσον).
- III scrape to a point, in pf. part. Pass. -εσμένος Hp. Nat.Mul. 109.
- 2 metaph., polish, finish off, Eust. 1.16, al.; ἀπεξεσμένος polished, precise, Suid.
1 cortar, arrancar
ἀπὸ δ' ἔξεσε χεῖρα
(λίθος) ποιητὸν δὲ κάρηνον ἀπέξεσε
• tallar
ξόανα προσηγορεύετο διὰ τὸ ἀπεξέσθαι τῆς ὕλης
ἡ Πυθία, πολλούς τῶν χρησμῶν ... ἀποζέουσα
2 raspar, quitar raspando
τὸν κηρόν
τοῦ σιδήρου τὸν ἰόν
τὸ ὀστοῦν
• fig.
τὴν αἰδῶ τοῦ προσώπου
τὸ γῆρας
3 pulir, limar
τὰς παραστάδας
• limpiar
σπόγγοις ... ἀποξῶμεν (αὐτόν)
• fig.
εἰς κάλλος ἑαυτοὺς ἀποξέοντες
• en v. pas. de la nariz
ἀπεξεσμένην ἑκατέρωθεν
perfilada por ambos lados
• neutr. como subst. τὸ ἀπεξεσμένον extremo afilado Hp.Nat.Mul.109
• fig. fino, delicado
τὸ τοῦ ἤθους ... ἀπεξεσμένον
δεσποίνῃ ... τὸ γῆρας ἀπεξεσμένῃ
- 1to shave off, to cut off, ἀπὸ δʼ ἔξεσε χεῖρα Il.
- 2metaph. to strip off, Luc.