ἀποχαρίζομαι
ἀποχαρίζομαι, confer upon, present
ἀποχᾰρ-ίζομαι,
- confer upon, present, τί τινι IGRom. 4.182 (Lampsacus), Alex.Aphr. in Metaph. 483.25:—Pass., τάλαντον -ισθέν σοι POxy. 1208.16 (iii A. D.).
hacer donación de c. ac. de cosa y dat. de pers.
ἀποχαρίσασθαι τὰ ἄριστα τῇ ἑαυτοῦ πατρίδι
χειλίας Ἀττικὰς τῇ γερουσίᾳ
ὁ νοῦς ... τὸ εἶναι αὐτῷ ἀπεχαρίσατο
δραχμὰς ... τῷ ἀφήλικι Πακύσι
ἀπο·χαρίζομαι (f. ίσομαι, ao. ἀπεχαρισάμην, pf. inus.) [ᾰ] accorder la faveur de, acc. Eum. 9 ; Rhét. 1, 479 W.
ἀποχαρίζομαι, dep. med., von etwas mitteilen, schenken, τινός Eust. amor. 1.