ἀπόφωλος
ἀποφῠτ-φωλος, ον, = foreg., Man. 4.316.
inútil, vano
ἀπόφωλα βίου ... γένεθλα
ἀπόφωλος, ος, ον, c. ἀποφώλιος 1, Man. 4, 316.
ἀπόφωλος, = ἀποφώλιος, Maneth. 4.316.
inútil, vano
ἀπόφωλα βίου ... γένεθλα