ἀποχαρακόω
ἀποχᾰρᾰκόω,
- = ἀποσταυρόω, D.H. 5.58, Plu. Pomp. 35 (Pass.).
cercar con una empalizada c. ac. de ciudades, D.H.5.58,
τοὺς εὐεπιβάτους τόπους
τὸ πεδίον
• fig.
ἡμεῖς, οἱ οὕτως ἀποχαρακούμενοι δι' ἐπιστολιμαίας δυνάμεως
ἀπο·χαρακόω-ῶ [χᾰᾰ] fortifier d’une palissade, DH. 5, 58 ; Plut. Pomp. 35.
ἀποχαρακόω, verpallisadieren, καὶ ἀποταφρεύειν πόλιν Dion.Hal. 5.58.
ἀποχαρακόω
- = ἀποσταυρόω, Plut.