ἀποφώζω
ἀποφώζω, dry
ἀποφώζω,
- dry, λίνου σπέρμα ἀποπεφωσμένον Hp. Mul. 1.63.
tostar en v. pas.
λίνου σπέρμα ἀποπεφωσμένον
ἀποφώζω, dry
tostar en v. pas.
λίνου σπέρμα ἀποπεφωσμένον