ἀπροστασίαστος
ἀπροστασίαστος, without guardian
ἀπρο-στᾰσίαστος, ον,
- without προστάτης or guardian, Ph. 1.170; of the universe, ib. 696.
que no tiene protector
ὀρφανία
ἀ·προστασίαστος, ος, ον [τᾰ] c. ἀπροστάτευτος, Phil. 1, 170, etc.
Étym. ἀ, προστασιάζω.